ΒΑΡΗΚΟΪΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Βαρηκοΐα είναι η μείωση της ακουστικής ικανότητας ενός ατόμου.  Ενώ η εμφάνισή της στους ενήλικες σχετίζεται κυρίως με την κοινωνική απομόνωση, το άγχος ή την μελαγχολία, στα παιδιά έχει αντίκτυπο κυρίως στη γλωσσική τους ανάπτυξη.

Ήδη από τους πρώτους μήνες της γέννησης ένα παιδί τυπικής ανάπτυξης ανταποκρίνεται στους ήχους, γυρίζει το κεφάλι του προς την ηχητική πηγή και ικανοποιείται στο άκουσμα της φωνής της μητέρας του. Αργότερα, και μέχρι να κλείσει τον πρώτο χρόνο ζωής δείχνει ιδιαίτερη προσοχή σε παιχνίδια που παράγουν ήχους, του αρέσουν τα τραγούδια και ανταποκρίνεται σε αυτά προσπαθώντας να μιμηθεί τους ήχους που ακούει. Έτσι ξεκινάει η γλωσσική του ανάπτυξη. Το παιδί ακούει ήχους από το περιβάλλον ή ακούει την ομιλία και προσπαθεί να την μιμηθεί.

 

Πότε υπάρχουν υποψίες ότι ένα παιδί έχει απώλεια ακοής;

  • Όταν δεν ανταποκρίνεται σε όλους τους ήχους ή ανταποκρίνεται μόνο σε δυνατούς ήχους.
  • Όταν δεν ακολουθεί τις οδηγίες που του δίνονται ή ανταποκρίνεται έπειτα από πολλές διατυπώσεις.
  • Εάν δεν αντιδρά όταν του απευθύνετε το λόγο και η απόσταση που σας χωρίζει είναι μεγάλη (π.χ είστε σε διαφορετικό δωμάτιο) ή δε σας βλέπει στο πρόσωπο (για να διαβάσει τα χείλη σας).
  • Όταν καθυστερεί η εμφάνιση της ομιλίας.
  • Όταν η ομιλία του είναι ακατάληπτη.

 

Εάν παρατηρείτε κάποια ή κάποιες από τις παραπάνω συμπεριφορές, τότε κρίνεται απαραίτητη η επίσκεψη σε έναν ωτορινολαρυγγολόγο ο οποίος θα πραγματοποιήσει ακουολογικό έλεγχο για να διαπιστώσει τυχόν ελλείμματα ακοής.

 

Ο Λογοθεραπευτής έχει ως στόχο να βελτιώσει  την κατανόηση και παραγωγή του λόγου. Αντιμετωπίζει  φωνολογικές και αρθρωτικές δυσκολίες. Στα μικρά ελλείμματα το παιδί θα χρειαστεί βοήθεια στην αντίληψη και άρθρωση των λιγότερο ηχηρών συμφώνων. Σε μέτριες βαρηκοΐες θα χρειαστεί εντατικότερη θεραπεία στην άρθρωση και στο λεξιλόγιο. Στις μεγάλες βαρηκοΐες και την κώφωση, ο λόγος δεν αποκτάται αυτόματα αλλά χρειάζεται εντατική διδασκαλία. Επιπλέον, στόχος της λογοθεραπείας, είναι και η ακουστική εκπαίδευση, δηλαδή η εκπαίδευση στη διάκριση των λέξεων και των φθόγγων του προφορικού λόγου χωρίς το παιδί να χρειάζεται να κοιτά το συνομιλητή του και να διαβάζει τα χείλη του.

 

Τόσο ο τρόπος παρέμβασης όσο και η πρόοδος εξαρτώνται από παράγοντες όπως το βαθμό του ελλείμματος, την ηλικία που άρχισε η αποκατάστασή του, το νοητικό επίπεδο του παιδιού, κ.α. Είναι σημαντικό η παρέμβαση να ξεκινά από τη μικρότερη δυνατή ηλικία. Για το λόγο αυτό, είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη διάγνωση, δηλαδή ένας προληπτικός έλεγχος της ακοής από τη γέννηση του παιδιού.